Κάποια στιγμή, ανάμεσα στο «σκέψου θετικά» και στο «όλα γίνονται για κάποιο λόγο», φορτώσαμε στον άνθρωπο μια μάλλον δυσβάσταχτη ευθύνη: να πιστεύει ότι όσα του συμβαίνουν τα έχει προκαλέσει ο ίδιος με τις σκέψεις του, ακόμη κι όταν δεν είχε την παραμικρή δυνατότητα να τα επηρεάσει.
Αν κάτι πάει καλά, το αποδίδουμε στη θετική μας σκέψη. Αν πάει στραβά, ψάχνουμε ποια κρυμμένη πεποίθησή μας το προκάλεσε. Κι αν επιμένουμε ότι ούτε το θέλαμε ούτε το περιμέναμε, υπάρχει πάντα το υποσυνείδητο για να αναλάβει την ευθύνη.
Έτσι η θεωρία βγαίνει πάντα σωστή κι εμείς πάντα υπεύθυνοι, ακόμη και για όσα δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε ή να αποτρέψουμε.
Ομολογώ ότι με προβληματίζει αυτή η ευκολία με την οποία εξηγούνται τα πάντα εκ των υστέρων. Η συνεργασία προχώρησε επειδή πίστεψες στον εαυτό σου· δεν προχώρησε επειδή, κατά βάθος, δεν πίστεψες αρκετά. Ο άνθρωπος έμεινε επειδή ήσουν «ευθυγραμμισμένος»· έφυγε επειδή είχες ακόμη κάτι να μάθεις. Και κάπως έτσι, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, κάποιος θα βρεθεί να σου εξηγήσει πόσο επιμελώς το οργάνωσες χωρίς να το ξέρεις.
Εντυπωσιακή αρμοδιότητα έχουμε δώσει στον εαυτό μας. Κρίμα που δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη δυνατότητα ακύρωσης.
Διδάσκω γιόγκα και πιστεύω βαθιά στην αξία της παρατήρησης, της πρακτικής και της συνειδητής επιλογής. Βλέπω πόση διαφορά μπορεί να κάνει το να αναγνωρίζεις τις συνήθειές σου, να αμφισβητείς όσα θεωρούσες δεδομένα και να δοκιμάζεις έναν διαφορετικό τρόπο να σταθείς απέναντι σε μια δυσκολία. Το τι πιστεύω για τις δυνατότητές μου επηρεάζει το αν θα τολμήσω να διεκδικήσω κάτι, ενώ ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζω μια αποτυχία επηρεάζει το αν θα ξαναπροσπαθήσω.
Αυτό, όμως, δεν μου δίνει έλεγχο πάνω στις αποφάσεις των άλλων.
Μπορεί να προετοιμάστηκα καλά για μια συνάντηση, να μίλησα με σαφήνεια, να παρουσίασα μια αξιόλογη πρόταση και παρ’ όλα αυτά η συνεργασία να μην προχώρησε. Θα εξετάσω τι θα μπορούσα να είχα κάνει καλύτερα, αλλά θα χρειαστεί να δεχτώ και το ενδεχόμενο ότι ο άλλος είχε διαφορετικές προτεραιότητες, μικρότερο προϋπολογισμό ή απλώς προτίμησε κάποιον άλλο.
Δεν είναι ευχάριστο. Είναι όμως πιθανό, χωρίς να απαιτείται να εντοπίσω κάποιο ενεργειακό έλλειμμα στον χαρακτήρα μου.
Εκεί βρίσκεται, για μένα, η δυσκολία: στο να αναλαμβάνουμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί, αντέχοντας ταυτόχρονα ότι ένα μέρος της ζωής θα παραμένει έξω από τον έλεγχό μας. Μερικές φορές μοιάζει πιο υποφερτό να πιστέψουμε ότι κάπου φταίξαμε, γιατί αυτή η εξήγηση αφήνει ανοιχτή την υπόσχεση πως, αν διορθωθούμε αρκετά, θα προστατευτούμε από την επόμενη απογοήτευση.
Μόνο που οι άλλοι άνθρωποι εξακολουθούν να έχουν δικές τους επιθυμίες, αποφάσεις και αντιφάσεις. Υπάρχουν συνθήκες που δεν επιλέξαμε, ευκαιρίες στις οποίες δεν είχαμε την ίδια πρόσβαση και γεγονότα που συνέβησαν χωρίς να προηγηθεί κάποια δική μας πρόσκληση.
Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή όταν λέμε σε έναν άνθρωπο που υποφέρει ότι «δημιουργεί την πραγματικότητά του». Μπορεί να θέλουμε να του θυμίσουμε τη δύναμή του, αλλά τελικά να του ζητάμε να απολογηθεί και για τη δυσκολία του. Να εξηγήσει τι δεν σκέφτηκε σωστά, τι δεν επεξεργάστηκε εγκαίρως και γιατί δεν κατάφερε να αποτρέψει όσα του συνέβησαν.
Δεν βρίσκω ιδιαίτερη καλοσύνη σε αυτό. Βρίσκω μια πρόσθετη απαίτηση από κάποιον που ενδεχομένως ήδη παλεύει να σταθεί στα πόδια του.
Και χρειάζεται η ίδια προσοχή όταν εξηγούμε τις δικές μας επιτυχίες. Χαίρομαι για όσα έχω καταφέρει και γνωρίζω τον κόπο που χρειάστηκαν. Γνωρίζω όμως και τους ανθρώπους που με στήριξαν, τις ευκαιρίες που μου δόθηκαν, τις συγκυρίες που με ευνόησαν. Αν αποδώσω τα πάντα στην ποιότητα της σκέψης μου, κινδυνεύω να θεωρήσω ότι όποιος δυσκολεύεται δεν έχει προσπαθήσει ή δεν έχει «δουλέψει με τον εαυτό του» όσο εγώ.
Μπορεί να έχει προσπαθήσει περισσότερο. Μπορεί να ξεκίνησε με πολύ λιγότερα.
Θέλω η γιόγκα και η αυτοπαρατήρηση να με βοηθούν να διακρίνω τι μπορώ να κάνω: πού χρειάζεται να επιμείνω, πότε να βάλω ένα όριο, από ποιον να ζητήσω βοήθεια και τι οφείλω να αλλάξω στη συμπεριφορά μου. Θέλω όμως να υπάρχει χώρος και για το «δεν ξέρω», το «δεν μπορούσα να το αποτρέψω», ακόμη και το «έκανα ό,τι μπορούσα και δεν πέτυχε».
Μπορώ να επιθυμώ κάτι πολύ, να εργάζομαι γι’ αυτό και να ελπίζω ότι θα συμβεί, χωρίς να θεωρώ την επιθυμία μου συμβόλαιο που ο κόσμος υποχρεούται να τηρήσει.
Οπότε συνεχίζω την πρακτική μου, αναθεωρώ τις επιλογές μου και στέλνω τις προτάσεις μου. Κι όταν δεν παίρνω την απάντηση που θέλω, πριν αναρωτηθώ τι μήνυμα έστειλα στο σύμπαν, κοιτάζω μήπως χρειάζεται να στείλω ένα δεύτερο email.
Μ.


